Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Ο Πρώτος Καιρός (5)


Οι πρώτες μέρες στο σπίτι, οι πρώτες μέρες της ζωής του Παναγιώτη έξω από το ίδρυμα ήταν μια αποκάλυψη για τον μικρό.
Μέχρι εκείνη την ώρα οι μόνες παραστάσεις που είχε ήταν ο μεγάλος θάλαμος με τα ξύλινα κρεβατάκια όπου μεγάλωνε μαζί με καμμιά δεκαριά άλλα παιδιά κι ο κήπος με τις κούνιες που οι βρεφοκόμες τα έβγαζαν να παίξουν.
Βρέθηκε λοιπόν απ'τη μια στιγμή στην άλλη να "βομβαρδίζεται" από εικόνες και αντικείμενα άγνωστα σ'αυτόν.
Κι έκανε το αυτονόητο, αυτό που κάνουν όλα τα μικρά παιδιά προκειμένου να αντιληφθούν τον κόσμο.
Άγγιζε τα πράγματα, τα ακουμπούσε, τα εξέταζε.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που πήγα στο σούπερ μάρκετ με τον Παναγιώτη.
Βγαίνω φορτωμένη με τις σακούλες προχωρώντας προς το πάρκινγκ, καταλαβαίνω όμως πως ο μικρός δεν με ακολουθεί και σταματάω  να δω τί γίνεται.
Ο Παναγιώτης είχε σταθεί στην πόρτα εξόδου του σούπερ μάρκετ κι έκανε ένα βήμα πίσω και μετά ένα βήμα μπροστά ξανά και ξανά, κοιτώντας με έκπληξη σε κάθε του βήμα την πόρτα μια να ανοίγει και μια να κλείνει.
Όταν στο σπίτι ο Βασίλης έπαιζε με τα παιχνίδια τους ο Παναγιώτης προτιμούσε να κάθεται να με κοιτάει να σιδερώνω ή να μαγειρεύω, έχοντας τα μάτια ορθάνοιχτα από την έκπληξη και κάνοντας αμέτρητες ερωτήσεις.
Πράγματα απλά και καθημερινά όπως το σίδερο, η κατσαρόλα, η ηλεκτρικη κουζίνα, το πλυντήριο.. ήταν πράγματα πρωτόγνωρα για κείνον.
Όλη αυτή η απόλυτα φυσιολογική περιέργεια όμως, εγκυμονούσε  τον κίνδυνο να καεί ή να τραυματιστεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έτσι ήμουν συνεχώς σε εγρήγορση κι είχα τα μάτια μου στραμμένα πάνω του διαρκώς.
 Περάσαμε δύσκολες και κουραστικές στιγμές γιατί έχοντας ζήσει τα πρώτα τέσσερα σχεδόν χρόνια της ζωής του στο προστατευμένο περιβάλλον του ιδρύματος, αγνοούσε την ύπαρξη κινδύνων παντελώς.

Εκείνον τον καιρό είχα το μαγαζί μου (πριν το πουλήσουμε και μετακομίσουμε στην εξοχή) , έτσι λοιπόν τον πρώτο μήνα τον είχα μαζί μου όλη μέρα.
Έντρομη τον είδα μια μέρα να έχει βγει στον δρόμο (κεντρικός απ' όπου περνούσαν πολλά αυτοκίνητα και το λεωφορείο) να παίζει μες την μέση.. κουτσό!
Τότε πείστηκα πως πράγματι τα μικρά παιδιά εχουν άγγελο που τα προσέχει.
 Θυμάμαι τα μεσημέρια που ήταν συνηθισμένο να κοιμάται και βέβαια στο μαγαζί δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα, τον έπαιρνα λοιπόν στην αγκαλιά μου καθιστό με το στήθος του να ακουμπά στο δικό μου, τα ποδαράκια του να βγαίνουν προς την μεριά της πλάτης μου και κοιμόταν.
Άλλες φορές, όταν υπήρχαν πελάτες, τον είχα πετύχει να έχει γονατίσει μπροστά στην καρέκλα και με ακουμπισμένο το κεφαλάκι του στο κάθισμά της να τον έχει πάρει ο ύπνος.
Ταλαιπωρία, όμως δεν ήθελα αμέσως να τον στείλω στον παιδικό σταθμό, ήθελα να δεθεί λίγο μαζί μου, ΄να μας μάθει καλά, να σιγουρευτεί για την θέση του στην οικογένεια.
Όταν τελικά τον πήγα στον παιδικό σταθμό δεν του άρεσε καθόλου και το θυμάται ακόμα και τώρα που έχει μεγαλώσει.
Τα μεσημέρια που πήγαινα να τον πάρω τον έβρισκα σε μια γωνιά καθισμένο στο πάτωμα, απομονωμένο από τα άλλα παιδιά να με περιμένει και μόλις με έβλεπε ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφιζόταν στο προσωπάκι του.
Η καρδιά μου σκιζόταν στα δύο, όμως δεν γινόταν διαφορετικά....

συνεχίζεται..



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου